Ο Ολιβιέ Ασαγιάς μιλάει στον Νίνο Φενέκ Μικελίδη / Ελευθεροτυπία για την ταινία του ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΑΗ. 7/3 στους κινηματογράφους

Εκδηλώσεις

(Το link για τη συνέντευξη είναι εδώ.)

Αντλώντας μάλιστα από τις δικές του εμπειρίες, ο Ασαγιάς μετατρέπει το 18χρονο πρωταγωνιστή του σε ζωγράφο και κινηματογραφιστή, όπως ακριβώς και ο ίδιος, δίνοντας στην ταινία του έναν τόνο ημιαυτοβιογραφικό. Συναντήσαμε τον Ασαγιάς στο Φεστιβάλ της Βενετίας, όπου πρωτοπροβλήθηκε η ταινία του, η οποία μάλιστα κέρδισε και το βραβείο σεναρίου. Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης μάς είχε εντυπωσιάσει πριν από δύο χρόνια με την ταινία του «Κάρλος».

– Στην επιστροφή σας στον Μάη του ’68 τι ήταν ευχάριστο και τι οδυνηρό για σας;

«Ηταν θα έλεγα σκληρό και δύσκολο να αναπαραστήσεις εκείνη την εποχή. Αληθινός πονοκέφαλος. Ηταν πολύ πιο πολύπλοκη υπόθεση απ’ ό,τι την είχα φανταστεί. Οταν έγραφα το σενάριο, σκεφτόμουν πως θα ήταν μια μικρή παραγωγή, ιδιαίτερα μετά τον Κάρλος»” που ήταν μεγάλη παραγωγή. Θα ήταν μια εύκολη, όχι τόσο φιλόδοξη ταινία. Τελικά μεγάλωνε, μεγάλωνε και αποδείχτηκε πιο δύσκολη και πιο ακριβή από ό,τι την περιμέναμε».

– Τη στηρίζετε σε δικές σας εμπειρίες;

«Ετσι ξεκίνησε. Βασίστηκε στις εμπειρίες μου της δεκαετίας του ’70. Σ’ αυτά που έζησα και σε όσα φανταζόμουν. Ζούμε δύο ζωές, την πραγματική μας και τη φανταστική μας ζωή. Και οι δύο παραμένουν στη μνήμη μας και, υποθέτω, χρησιμοποίησα και τις δύο αυτές πλευρές. Οταν όμως ξεκίνησα τα γυρίσματα και οι ηθοποιοί απέκτησαν σάρκα και οστά, έγινε κάτι το διαφορετικό. Αν στηριζόταν μόνο στις εμπειρίες μου θα ήταν μια μικρής εμβέλειας ταινία, ενώ το γεγονός ότι παίζουν ηθοποιοί πιστεύω πως αποκτά μια πιο πλατιά, μια οικουμενική αξία».

– Στο φινάλε, η ήρωας επιστρέφει στην πραγματικότητα και όλα όσα συνέβησαν πριν μοιάζουν ουτοπικά…

«Στο φινάλε μπαίνει σ’ έναν κινηματογράφο και βλέπει το κορίτσι που έχασε και είναι ζωντανό. Αυτό είναι σαν να βρίσκεται πάλι σ’ ένα ασφαλές μέρος που έχει τη δυνατότητα να αναβιώσει το παρελθόν. Αυτή είναι και η δύναμη της τέχνης. Είναι κάτι που χρειάζεται να καταλάβεις για να μπορέσεις να γίνεις καλλιτέχνης. Μέσα στην τέχνη κατοικούν πάντα οι αναμνήσεις σου και απ’ αυτές αντλείς για την τέχνη σου. Οι ταινίες μου ήταν πάντα έτσι».

Οι νέοι ενηλικιώνονται, Κλεμάν Μεταγιέρ και Λόλα Κρετόν Οι νέοι ενηλικιώνονται, Κλεμάν Μεταγιέρ και Λόλα Κρετόν – Υπάρχει, όμως, στην ταινία μια απαισιόδοξη ματιά…

«Επειδή όλα αυτά που συνέβησαν αμέσως μετά περιορίστηκαν, μπήκαν σε ιδεολογικά καλούπια, καταπνίχτηκαν και κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Αλλαξαν· όχι πως έγιναν καλύτερα. Η ταινία μου στην πραγματικότητα είναι για το πώς επιβιώνεις από τη δεκαετία του ’70. Ηταν πολύ δύσκολο να βρεις το δικό σου, προσωπικό δρόμο. Αισθανόσουν την ανάγκη να προσδιορίσεις τον εαυτό σου και πολιτικά. Θέλεις να έχεις διάλογο με την κοινωνία, αλλά είσαι και εντελώς μόνος. Ησουν ατομιστής. Σκέψου πως ο Ζαν Ιστάς, με μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του γαλλικού σινεμά, “Η μάνα και η πόρνη”, που γύρισε τότε, έτυχε σχολίων από το περιοδικό “Καγιέ ντι σινεμά”, το οποίο τον κατηγόρησε ότι έκανε μια μικροαστική ταινία, ενώ επρόκειτο για μία από τις ωραιότερες και πιο προχωρημένες ταινίες στην ιστορία του γαλλικού κινηματογράφου. Οταν ήθελες να είσαι καλλιτέχνης, να γίνεις σκηνοθέτης του κινηματογράφου, αυτό δεν γινόταν εύκολα αποδεκτό, ακόμη και από τα παιδιά της δικής σου γενιάς. Ο πρωταγωνιστής χρειάζεται να χαράξει το δρόμο του».

– Οταν επιλέγεις το σινεμά, σημαίνει ότι είναι αυτός ο δρόμος σου;

«Το σινεμά για μένα είναι ένα είδος απελευθέρωσης. Τον ήρωα τον αφήνουμε σε ένα σημείο ισορροπίας. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να ικανοποιηθώ με τη μοναξιά που σου προσφέρει η ζωγραφική. Ο ριζοσπαστισμός της δεκαετίας του ’70 είχε για μένα αξία, γιατί ήσουν αναγκασμένος να ακολουθήσεις τις ιδεολογίες ενάντια στη δουλειά και όσα σήμαιναν αυτά. Και το να γυρίζεις ταινίες θεωρούνταν κάτι το μπουρζουάδικο. Από τα 15 ώς τα 25 μου χρόνια ζωγράφιζα, αλλά αισθανόμουν πολύ μόνος. Η ενασχόλησή μου με το σινεμά μού έδωσε την αίσθηση της συλλογικότητας. Μπορούσα να κάνω μια συλλογική δουλειά και θα με ικανοποιούσε και δεν θα με αποξένωνε. Αυτό μου έσωσε τη ζωή».

– Γιατί δεν αναφέρετε και τον Γκοντάρ;

«Απέφυγα να τον αναφέρω, γιατί στην περίοδο εκείνη δεν τον γνώριζα. Με το πέρασμα βέβαια του χρόνου, βλέπεις σήμερα πως ήταν ένας μεγάλος δημιουργός και πως το έργο του είναι καθοριστικό για την περίοδο εκείνη. Πιστεύω πως ο Γκοντάρ είναι ιδιοφυΐα, ένας μεγάλος ποιητής, αλλά από πολιτικής πλευράς είναι καταστροφή! Δεν θέλω αυτή τη στιγμή να συζητήσω τις πολιτικές θέσεις του Γκοντάρ».

– Για τον Μπερτολούτσι, στους «Ονειροπόλους», η δεκαετία του ’70 ήταν το τέλος της ιδεολογίας;

«Ναι, για τον Μπερτολούτσι, ο οποίος ήταν της γενιάς εκείνης. Εγώ τον Μάη του ’68 ήμουν μόλις 13 χρόνων. Είμαι άλλης γενιάς, βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. Δεν αισθάνομαι πως ο ιδεαλισμός τελειώνει το ’68. Τότε ξεκινά ένας άλλου είδους ιδεαλισμός. Ηταν σχεδόν μια επανάσταση, παρ’ ολίγον να ανατραπεί η γαλλική κυβέρνηση. Υπήρχε μια ενέργεια τότε κι εγώ μεγάλωσα ενώ κυλούσε αυτή η ενέργεια».

Ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς Ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς – Ο Σαρκοζί ανέφερε πως το ’68 ήταν κάτι που πρέπει να ξεχάσουμε…

«Ναι, αλήθεια; Πιστεύω πως ο Σαρκοζί είναι κάποιος που πρέπει να ξεχάσουμε (γελάει). Πιστεύω πως ο ιδεαλισμός της δεκαετίας του ’70 μπλέχτηκε με τις ιδεολογίες της εποχής και μετατράπηκε σε δογματισμό. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας, με την άνοδο της τρομοκρατίας, με τη διάλυση των αριστερών ομάδων, μετατράπηκε σε ένα έρημο, στεγνό χώρο. Είχες την αίσθηση της αποτυχίας, πως κάτι τελείωσε και κάτι νέο έπρεπε να ξεκινήσει».

– Απογοητευτήκατε τότε;

«Η αίσθηση της τότε εποχής ήταν ανυπόφορη. Τα ονομάζαμε “μολυβένια χρόνια” και ήταν πράγματι μολυβένια χρόνια. Ολα όσα εκπροσωπούσαν -το όνειρο, την ελπίδα- είχαν μετατραπεί σε κάτι το ψυχρό, το δογματικό, το θανατερό. Αποκομμένο από την πραγματικότητα. Το 1976 εμφανίστηκε η μουσική πανκ ροκ και την αγκάλιασα αμέσως. Αυτή ήταν η επανάστασή μου».

– Τι βλέπατε τότε στην κουλτούρα της εποχής;

«Υπήρχαν δύο διαφορετικές πλευρές τότε, η “αντικουλτούρα” (counter-culture), το φρι πρες, η μουσική, η ποίηση, επηρεασμένη από όλα όσα συνέβαιναν στην Αμερική, και από την άλλη πλευρά είχες τη γαλλική αριστερή κουλτούρα, που ήταν δογματική και πιο ισχυρή. Ηταν δύσκολο να συνεννοηθούν οι δύο πλευρές. Η γαλλική πλευρά μισούσε το φρι πρες, το ελεύθερο σεξ, τα μισούσε όλα. Γι’ αυτό και απέτυχε, ήταν κάτι αφόρητο».

– Θελήσατε με την ταινία αυτή να πείτε κάτι και για την εποχή μας;

«Υποστηρίζω το κίνημα Occupy the Wall Street, αλλά δεν γύρισα την ταινία για να στείλω κάποιο μήνυμα, ή για να διδάξω κάτι. Οι άνθρωποι φαντασιώνονται με τη δεκαετία του ’70, ακόμη και για να τη γελοιοποιήσουν με διάφορους τρόπους. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Οι ταινίες δεν προσπαθούν να διδάξουν κάτι, προσπαθούν να παρουσιάσουν την πολυπλοκότητα του κόσμου. Είναι χρήσιμο βέβαια, κάποια στιγμή, να θυμίζουμε στους ανθρώπους σήμερα τις γενιές άλλων εποχών. Η δεκαετία του ’70 έβλεπε τον κόσμο στο φως μιας επανάστασης, έβλεπε το μέλλον, κι αυτό είναι σημαντικό. Πίστευαν πως μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Αυτή η πίστη τους είναι κάτι το θαυμαστό! Και γιατί είχαν αυτή την πίστη, κοιτούσαν το παρελθόν, για να το καταλάβουν, να καταλάβουν τις επαναστάσεις του παρελθόντος, την πολιτική του παρελθόντος, για να αποφύγουν να κάνουν τα ίδια σφάλματα στο μέλλον. Αυτό έχει ξεχαστεί. Οι άνθρωποι αγνοούν την κοινωνική ιστορία του παρελθόντος. Σήμερα δεν εμπιστεύονται πια το μέλλον».

– Η επανάσταση του ’68 τελικά πέτυχε;

«Αυτό συζητείται ακόμη, αν πέτυχε ή όχι. Κάτι συνέβη σίγουρα και άλλαξε τον κόσμο. Αυτό που συνέβη ήταν καθοριστικό. Δεν ήταν κάποια πετυχημένη επανάσταση, αλλά σίγουρα τα πράγματα άλλαξαν».

– Πώς βλέπετε τη σημερινή γενιά σε σχέση με τη γενιά του ’68;

«Εχει γνώση της σημερινής εποχής αλλά δεν έχει καμιά γνώση του παρελθόντος ή του μέλλοντος. Είναι βέβαια νέοι και έχουν όλα αυτά που συναντάς στους νέους, τα όνειρα, τη σύγχυση… Εξαρτάται και από τα πρόσωπα».

– Βρήκατε τέτοια πρόσωπα για να ερμηνεύσουν τους ρόλους;

«Μπορεί αυτά να μη γνωρίζουν την τότε εποχή, αλλά είναι καλλιτέχνες και μπορούν να αναπλάσουν τους χαρακτήρες, να συλλάβουν κάτι από αυτούς. Ηταν για μένα σημείο αναφοράς».

– Εχουν πολιτική συνείδηση;

«Είναι προσεκτικοί με τα πολιτικά, γιατί δεν τα εμπιστεύονται».

– Μπορεί μια ταινία να αλλάξει τον κόσμο;

«Δυστυχώς, λυπάμαι πολύ που το λέω, αλλά όχι».

– Ο Κάρλος όμως θα μπορούσε…

«Ναι, ο Κάρλος θα μπορούσε, γιατί ανήκε σε μια γενιά επαναστατών, μεγάλωσε στη Λατινική Αμερική, σε μια περίοδο εμφύλιων πολέμων, πολύ βίαιων εμφύλιων πολέμων. Και καταλήγει στην Ευρώπη και στο παλαιστινιακό δίκτυο. Θεωρεί τον εαυτό του στρατιώτη, φτάνει όμως στα άκρα».

– Από όλη αυτή την περίοδο τι σας εκπροσωπεί εσάς;

«Τα βιβλία του Γκι Ντεμπόρ ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Ηταν το αντίδοτο για την τότε εποχή. Εχει μια πιο σωστή και σε βάθος εικόνα της κοινωνίας. Κάτι που και σήμερα εξακολουθεί να είναι επίκαιρο».

– Στην εισαγωγή της ταινίας αναφέρετε ένα απόσπασμα από τον Πασκάλ. Τι σημαίνει αυτό για σας;

«Είναι ένα όμορφο απόσπασμα γύρω από τις ελπίδες της νεολαίας. Ο,τι είναι αναγκαίο για τη νεολαία».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *